Τα φυτοφάρμακα επικίνδυνα για τις μέλισσες όχι για τους καταναλωτές μελιού

Μουσείο μελισσοκομίας στη Βυτίνα Αρκαδίας

Τα φυτοφάρμακα επικίνδυνα για τις μέλισσες όχι για τους καταναλωτές μελιού

Τα φυτοφάρμακα επικίνδυνα για τις μέλισσες όχι για τους καταναλωτές μελιού: «Το ελληνικό μέλι είναι όχι μόνο ασφαλές αλλά και πλούσιο σε βιοδραστικά συστατικά, όπως αντιοξειδωτικά, πρεβιοτικά και φυσικές αντιμικροβιακές ουσίες. Είναι λοιπόν εσφαλμένη η αντίληψη που δημιουργήθηκε στους αναγνώστες κάποιων ιστότοπων, η οποία αναφέρει «3 στα 4 μέλια περιέχουν φυτοφάρμακα», παραπληροφορεί το κοινό και συκοφαντεί το ελληνικό μέλι».

Σε αυτήν τη διευκρίνιση προέβη, με ανακοίνωση της η Ομοσπονδία Μελισσοκόμων Ελλάδος, με αφορμή τη δημοσίευση -στις αρχές Αυγούστου- σε αρκετούς ειδησεογραφικούς ιστοτόπους άρθρου με τίτλο «3 στα 4 μέλια περιέχουν φυτοφάρμακα» διανθισμένο ανάλογα με τον ιστότοπο με προσθήκες όπως «τρώμε δηλητήριο», «προσοχή!» κ.λπ. Ωστόσο ο σωστός τίτλος, όπως αναφέρει η ΟΜΣΕ θα ήταν «3 στα 4 μέλια περιέχουν φυτοφάρμακα επικίνδυνα για τις μέλισσες».

Σύμφωνα με την Ομοσπονδία «όποιοι αποφάσιζαν να κλικάρουν το άρθρο και δεν έμεναν στην πληροφορία ότι το μέλι είναι επικίνδυνο, άρα να μην τρώμε, θα διάβαζαν παρακάτω ότι δεν πρόκειται για οποιαδήποτε φυτοφάρμακα αλλά συγκεκριμένα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα σε ποσότητες που απειλούν τη μέλισσα κι όχι τον άνθρωπο κι ότι η έρευνα έγινε για να δείξει πόσο επικίνδυνα είναι για τις μέλισσες και όχι για τους καταναλωτές μελιού. Μια μέλισσα ζυγίζει ένα δέκατο του γραμμαρίου. Ένας άνθρωπος κατά μέσο όρο ζυγίζει 75 κιλά. Η διαφορά είναι τεράστια! Σύμφωνα με την έρευνα oι ποσότητες που ανιχνεύθηκαν κυμαίνονταν μεταξύ 1-56 δισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου ενός ή περισσοτέρων νεονικοτινοειδών ανά γραμμάριο μελιού. Αυτές οι απειροελάχιστες ποσότητες μπορεί να βλάπτουν μία μέλισσα, αλλά ένας άνθρωπος θα έπρεπε να φάει πολλά κιλά μελιού τη μέρα για να πάρει απλώς τη μέγιστη επιτρεπτή δόση.
Αλλά το πρόβλημα με αυτήν την ανάρτηση δεν είναι μόνο ο παραπλανητικός τίτλος.

Το βασικότερο είναι ότι η έρευνα δημοσιεύτηκε τρία χρόνια πριν, το 2017, στο έγκριτο περιοδικό Science και πιθανά συνετέλεσε σε κάποιο βαθμό μαζί με πολλές άλλες έρευνες στο να απαγορευθούν στις 29 Μαΐου 2018 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 3 από τα 5 νεονικοτινοειδή που βρέθηκαν στα μέλια της έρευνας κι ένα τέταρτο στις 13 Ιανουαρίου του 2020. Από το 2005 μία ογκώδης επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει αυτά που βίωναν οι μελισσοκόμοι βλέποντας τις μέλισσές τους να χάνονται. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων γνωμοδότησε υπέρ της απαγόρευσης τριών νεονικοτινοειδών ήδη από το 2013. Πλήθος περιβαλλοντικών και καταναλωτικών οργανώσεων απαίτησαν αυτήν την απαγόρευση. Είναι το λιγότερο θλιβερό να παραποιείται αυτή η πραγματικότητα και να συκοφαντείται το μέλι.

Τέλος, στον Έλληνα αναγνώστη που διαβάζει ότι το 75% των μελιών παγκοσμίως περιέχουν φυτοφάρμακα δημιουργείται καχυποψία για το ελληνικό μέλι. Αυτό που θα έπρεπε να στηρίζουν και να προωθούν όλα τα ελληνικά ΜΜΕ, όχι μόνο για να στηρίξουν τους 23.000 Έλληνες μελισσοκόμους και τις οικογένειές τους, αλλά για να βοηθήσουν τον καταναλωτή να επιλέξει ένα άριστο ποιοτικά και ασφαλές μέλι. Το ελληνικό μέλι παράγεται κατά 95% σε φυσικά άγρια οικοσυστήματα και όχι σε καλλιέργειες. Μόνο το 28% της έκτασης της Ελλάδας καλλιεργείται και πολλά στρέμματα αφιερώνονται στην ελιά, το αμπέλι και τα σιτηρά που δεν τα επισκέπτονται μέλισσες, καθώς δεν τη χρειάζονται για να γονιμοποιηθούν. Ανεξάρτητα από την επικονίαση που παρέχουν οι μέλισσες σε οπωροφόρα, όσπρια και κηπευτικά, πολύ σπάνια παράγουν από αυτά μέλι σε ποσότητα που να τρυγήσει ο μελισσοκόμος.

Ένα 80-85% του μελιού μας, ανάλογα τη χρονιά, προέρχεται από τις μελιτοεκκρίσεις του πεύκου, του ελάτου και της βελανιδιάς και το υπόλοιπο προέρχεται από τα άνθη της καστανιάς, του θυμαριού, της ερείκης, της κουμαριάς, του πολύκομπου, του παλιουριού, της ακακίας και άλλων μη καλλιεργούμενων φυτών. Στην Ελλάδα είναι πολύ μικρό το ποσοστό του μελιού που παράγεται από βαμβάκι, ηλίανθο και ελαιοκράμβη το οποίο, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί πλέον να περιέχει νεονικοτινοειδή. Αντίθετα, τα δύο τελευταία είδη μελιού αποτελούσαν και αποτελούν ως και το 70% της παραγωγής πολλών ευρωπαϊκών χωρών» καταλήγει η ανακοίνωση της ΟΜΣΕ.